Semper Phone

Effortless
LEARNING

  • Improve effortlessly – just by living your life
  • Learn while waiting for your apps to load
  • Recommended by 5 universities
  • Community of over 1,000,000 learners
  • 50,000+ expert-made packs, or create your own
"One of the best learning apps" - CNET
  • Apple Play Store
  • Install Semper from the Play Store
Frequently Used Biblical Greek Vocabulary(α)

Frequently Used Biblical Greek Vocabulary(α)

Last update 

Contribute to Mandarin community. Hope we can enjoy in God's message.

Items (44)

  • Ἀβραάμ, ὁ

    亞伯拉罕 Abraham (73) [Indeclinable]

  • ἀγαπάω

    愛 I love, cherish (αγαπα-, 143), ἀγαπήσω, ἠγάπησα, ἠγάπηκα, ἠγάπημαι, ἠγαπήθην

  • ἀγάπη, ἡ, -ης

    愛 love (αγαπη-, 116)

  • ἀγαθός, -ή, -όν

    好、善的 good (αγαθο/η-, 102, Agatha)

  • ἀγαπητός, -ή, -όν

    親愛的 beloved (αγαπητο/η-, 61)

  • ἄγγελος, ὁ, -ου

    天使、使者 angel, messenger (αγγελο-, 175, Los Angelos = 洛杉磯)

  • ἅγιος, -ία, -ιον

    聖潔的 holy (αγιο/α-, 233, hagiographa = 聖卷)

  • ἄγω

    領、帶、走 I lead, bring, go (αγ-, 67), ἄξω, ἥγαγον, -, ἦγμαι, ἤχθην, (ἦγον)

  • ἀδελφός, ὁ, -οῦ

    兄弟 brother (αδελφο-, 343, Philadelphia = 費城=兄弟之愛)

  • αἷμα, τό, -ατος

    血 blood (αιματ-, 97, hematology = 血液學)

  • αἴρω

    拿起、拿走 I raise, take up, take away (αρ-, 101), ἀρῶ, ἦρα, ἦρκα, ἦρμαι, ἦρθην

  • αἰτέω

    求 I ask, demand (αιτε-, 70), αἰτήσω, ᾔτησα, ᾔτηκα, -, -, (ᾔτουν)

  • αἰών, ὁ, -ῶνος

    世代 age, eternity (αιων-, 122)

  • αἰώνιος, -ον

    永恆的 eternal (αιωνιο-, 71) [2-2]

  • ἀκολουθέω

    跟隨 I follow (ακολουθε-, 90, anacoluthon = 破格文體), ἀκολουθήσω, ἠκολούθησα, ἠκολούθηκα, -, -, (ἠκολούθουν)

  • ἀκούω

    聽、聽從 I hear, obey (ακοϝ-, 128, acoustics = 音質), ἀκούσω, ἤκουσα, ἀκήκοα, -, ἠκούσθην, (ἤκουον)

  • ἀλήθεια, ἡ, -ας

    真理 truth (αληθεια-, 109)

  • ἀλλά

    (連接詞)但是、而、卻 but, yet, except (638)

  • ἀλλήλων

    (代名詞)彼此 one another (αλληλο-, 100, 原型就是所有格複數)

  • ἄλλος, -η, -ο

    (代名詞)另一個 other, another (αλλο/η-, 155, allegory = 寓言)

  • ἁμαρτία, ἡ, -ίας

    罪 sin (αμαρτια-, 173, hamartiology = 罪論)

  • ἀμήν

    (質詞)阿們 amen, verily, truly (129)

  • ἄν

    (質詞)表達不一定、或許、視...而定 contingent (167) Untranslatable 通常不譯;無論⋯ -ever

  • ἀναβαίνω

    上去 I go/come up, ascend (ανα + βα-, 82), ἀναβήσομαι, ἀνέβην, ἀναβέβηκα, -, -, (ἀνέβαινον)

  • ἀνήρ, ὁ, ἀνδρός

    人、男人、丈夫 man, male, husband (ανερ-, 216)

  • ἄνθρωπος, ὁ, -ου

    人、人類 man, mankind, humankind, human being (ανθρωπο-, 550, anthropology = 人類學)

  • ἀνίστημι

    起來 I rise, get up, raise (ανα + στα-, 108), ἀναστήσω, ἀνέστησα, -, -, -

  • ἀνοίγω

    打開 I open (αν + ϝοιγ-, 77), ἀνοίξω, ἀνέῳξα (or ἠνέῳξα, ἤνοιξα), ἀνέῳγα, ἀνέῳγμαι (or ἠνέῳγμαι), ἠνεῴχθην (or ἠνοίχθην)

  • ἀπέρχομαι

    離開、起程 I go away, depart (απ + ερχ/ελευθ-, 117), ἀπελεύσομαι, ἀπῆλθον, ἀπελήλυθα, -, -

  • ἀπό (ἀπ', ἀφ')

    (介繫詞)gen: (away) from 從⋯來、離開⋯ (646)

  • ἀποθνῄσκω

    死 I die, am about to die (απο + θαν-, 111), ἀποθανοῦμαι, ἀπέθανον, -, -, -, (ἀπέθνῃσκον)

  • ἀποκρίνομαι

    回答 I answer (απο + κριν-, 231), -, ἀπεκρινάμην, -, -, ἀπεκρίθην

  • ἀποκτείνω

    殺 I kill (απο + κτεν-, 74), ἀποκτενῶ, ἀπέκτεινα, -, -, ἀπεκτάνθην

  • ἀπόλλυμι

    主動:毀滅、失去 I destroy, kill, lose;關身:滅亡 I perish, die (απο + ολ-, 90, Apollyon = 亞玻倫,毀滅者), ἀπολέσω, ἀπώλεσα, ἀπόλωλα, -, -, (ἀπώλλυον)

  • ἀπολύω

    釋放 I release, divorce, send off, forgive (απο + λυ-, 66), ἀπολύσω, ἀπέλυσα, -, ἀπολέλυμαι, ἀπελύθην, (ἀπέλυον)

  • ἀποστέλλω

    差遣 I send (away) (απο + στελ-, 132), ἀποστελῶ, ἀπέστειλα, ἀπέσταλκα, ἀπέσταλμαι, ἀπεστάλην

  • ἀπόστολος, ὁ, -ου

    使徒 apostle, messenger (αποστολο-, 80)

  • ἄρτος, ὁ, -ου

    餅、食物 bread, loaf, food (αρτο-, 97)

  • ἀρχή, ἡ, -ῆς

    起初 beginning; 統治者 ruler (αρχη-, 55, archbishop = 大主教)

  • ἀρχιερεύς, ὁ, -εως

    祭司長、大祭司 chief priest, high priest (αρχ + ιερεϝ-, 122)

  • ἄρχω

    主動:統治 I rule;關身:開始 I begin (αρχ-, 86), ἄρξομαι, ἠρξαμην, -, -, -

  • ἀσπάζομαι

    問安 I greet, salute (ασπαδ-, 59), -, ἠσπασάμην, -, -, -, (ἠσπαζόμην)

  • αὐτός, -ή, -ό

    ➀(第三人稱代名詞)他 he/she/it;➁ 親自 self;➂(形容詞)相同的 same (αυτο/η-, 5595, autobiography = 自傳)

  • ἀφίημι

    離棄、允許、赦免 I let go, leave, permit, forgive (αφ + σε-, 143), ἀφήσω, ἀφῆκα, -, ἀφέωμαι, ἀφέθην, (ἤφιον)